Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ...


Ή
ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ;

Θέλησε να γράψει μια ιστορία.Μια ιστορία τρόμου!Σαν κι εκείνες που συνήθιζε να διαβάζει λαίμαργα, μετά τον χαμό του αγαπημένου της.Σάμπως, αυτές οι αλλόκοτες, παράξενες ιστορίες, ν' ανοίγαν μια οδό πρός εκείνον. Ένιωθε πώς μέσα από την προκλητική τους , αποκαλυπτική, μυστηριώδη τους ανάγνωση, θα τον έφερνε και πάλι κοντά της! Θα δημιουργούσε μια γέφυρα, με το Αόρατο!.. Που τώρα πιά συμπεριλάμβανε κι εκείνον. Εκείνον, που είχε εξαφανιστεί απ τη ζωή της τόσο απροσδόκητα, ακριβώς όπως είχε εμφανιστεί! Είχε αρχίσει να πιστεύει πλέον, πώς ήταν ένα φάντασμα, πολύ προτού ακόμη χαθεί. Στην πραγματικότητα, είχε καταφέρει, να πείσει τον εαυτό της, πώς δεν υπήρξε ποτέ! Πώς ήταν ένα καταραμένο αποκύημα της φαντασίας της.Τόσο η υπαρξή του, όσο και η αιφνίδια απουσία του! Μα άν ήταν έτσι, γιατί πονούσε τόσο πολύ!..
Όταν μπήκε για πρώτη φορά, σ΄εκείνο το ερειπωμένο σπίτι, χωρίς πιά τη δική του συνοδεία, ένιωσε τόσο αβοήθητη!Ένιωσε κι εκείνη ερειπωμένη, όπως το μικρό τους ξύλινο σπίτι, δίπλα στη λίμνη.Μόνη, έρημη, ανυπεράσπιστη!Ακριβώς όμοια, με τη μελαγχολικότητα του χώρου.
Κι ύστερα, εντελώς αναπάντεχα, ανακάλυψε το παλιό σκονισμένο μπαούλο, που δεν έιχε χάσει τίποτα απ τη ζωντάνια του, λές κι ο χρόνος μετάνιωσε και γυρίζοντάς του την πλάτη, από σεβασμό και ευγένεια, αποχώρησε! Ένιωθε σα να τη καλούσε κοντά του.Σα να περίμενε κάτι από εκείνην!
Όταν για πρώτη φορά, έπιασε μες τ' αέρινα χέρια της, τα παλιά κιτρινισμένα χαρτιά, που έκρυβε μέσα του, ένιωθε πώς αγκάλιαζε εκείνον!
Από ' κείνη τη στιγμή και μετά, οι παλιές, κιτρινισμένες, σελίδες, αποτυπωμένες με τον καλλιγραφικό του, ανάλαφρο χαρακτήρα, ζωντάνεψαν εμπρός της! Και μαζί με αυτές κι εκείνη!! Τώρα πονούσε λιγότερο.Μέσα απ το ανάγνωσμά τους, ερχόταν πιο κοντά του!Ήταν φορές που πραγματικά, τον ένιωθε δίπλα της.Την ανάσα του, τη μυρωδιά του...Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ. Αυτές οι σκοτεινές ιστορίες,παρότι γραμμένες από τον ίδιο, έμοιαζαν τόσο διαφορετικές κάθε φορά! Λές και ξέφευγαν από εκείνον, πέρνοντας δική τους μορφή και νόημα, αλλαζοντάς το κάθε στιγμή, όπως ακριβώς εκείνες επιθυμούσαν!!
Ώσπου δεν άντεξε και πήρε μιαν απόφαση! Να γράψει εκείνη μια ιστορία! Μια ιστορία τρόμου, σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες!Μια ιστορία, που ίσως κατάφερνε,επιτέλους, να τους σμίξει:

Αγαπημένε!Ποτέ δεν κατάφερα να σε νιώσω τόσο κοντά μου, όσο μετά τον θανατό σου. Εάν πράγματι υπήρξε!.Δεν σε είχα καταλάβει,αυτό ήταν πάντοτε το παράπονό σου.Πόσο ανόητη ήμουν! Πόσο έντιμος ήσουν!.Κατάφερα να σε μάθω μέσα από τις ιστορίες σου, που ποτέ δεν διάβασα, όταν ήσουν δίπλα μου.Τώρα κατά έναν θαυμαστό τρόπο, με βρήκαν εκείνες!!Ευτηχώς γιατί έτσι, κατάφερα να μάθω κι εμένα, εμάς!! Ήμουν πράγματι, τόσο σκοτεινή, όσο οι ιστορίες σου;Είχα πάντα τόσο διαφορετικές έννοιες, όπως κι εκείνες; Ήσουν πάντα εσύ, αυτός που καθοδηγούσε την αγάπη μας; Αγαπημένε μου....κι όμως ακόμα δεν καταλαβαίνω!Είναι φορές που νιώθω τόσο έντονα την πνοή σου να με καίει ολόκληρη κι άλλοτε πάλι, τίποτα! Ούτε ένας ψίθυρος, ούτε μια ανάσα αχνή!.Μου λείπεις! Μου λείπει η ανάσα σου, τα χάδια σου, το άγγιγμα των χειλιών σου, πάνω στα δικά μου.....κι όμως απόψε, σε νιώθω πιο κοντά μου, από κάθε άλλη φορά!Ξέρω πώς τούτη η ιστορία, επιτέλους θα μας σμίξει!Αν και σκόπευα να γράψω μια ιστορία τρόμου, αλλά τελικά, μάλλον ερωτική θα χαρακτηριστεί. Σ' αγαπώ!...Κι άς μην υπήρξες πρίν από μένα, κι άς μην υπήρξα πρίν από σένα!..Σ' αγαπώ!...Σε περιμένω! Πονάω λατρεμένε, πονάω πολύ! Βιάσου-βιάσου!!

Το επόμενο πρωινό, ο νεαρός συγγραφέας, βρέθηκε νεκρός κρατώντας μια άδεια λευκή κόλλα χαρτιού, μές τα παγωμένα του χέρια.Κείτονταν με γουρλωμένα τα μάτια, γεμάτα από ηδονή και οδύνη, δίπλα στο σκονισμένο του μπαούλο, κρατώντας καλά κλειδωμένες μέσα του, τις σκοτεινές αλλόκοτες ιστορίες που έγραφε μανιωδώς, μετά το χαμό της αγαπημένης του!