Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011


Η ΘΕΙΑ-ΠΡΟΝΟΙΑ ΞΕΡΕΙ

Ο Ψ, ενοχλήθηκε για ακόμη μια φορά από την αδιαφορία της Χ. Σκεφτόταν , τι μπορούσε να κάνει γαι να την πλησιάσει.Ένιωθε τόσο έντονα την ψυχρότητά της, την απόμακρη στάση της, την επιθετικότητά της, πολλές φορές. Η μαγεία είχε κάνει φτερά! Οι συζητήσεις τους είχανε πάψει από καιρό, να έχουν νόημα, όπως και ο έρωτάς τους !Τα πάντα συνέβαιναν, κάτω από το πρίσμα μιας αναιδής οικειότητας, που κι αυτή πλέον υπήρχε, καθαρά και μόνον από συνήθεια. Τελικά δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, απ το να συνηθίζει κανείς, την ίδια του τη συνήθεια! Η σχέση τους είχε μπεί στην σειρά και περίμενε! Όπως π.χ. Το απόγευμα περίμενε , το πλύσιμο των πιάτων ή το πρωί, το στρώσιμο των κρεβατιών ή το κάθε Σάββατο, την μπουγάδα και η Κυριακή, το κλασσικό μεσημεριανό γεύμα στα, όχι ακόμα νόμιμα, πεθερικά...και ούτω καθεξής.
Και για να δώσουμε μορφή στην ιστοριούλα μας, άς ονομάσουμε τον φίλο Ψ, Πάρη και την φίλη Χ, Ελένη, έτσι για να της δώσουμε και μια μυθολογική διάσταση. Έτσι λοιπόν, ο Πάρης και η Ελένη βρίσκονταν σε μια σχέση, που δεν γνώριζαν πια, εάν πράγματι υπήρχε!
Η Ελένη προσπαθούσε απεγνωσμένα, να βρεί έναν τρόπο, να ξεφύγει απ τη συνήθεια. Και ο Πάρης, ήθελε να βρεί έναν τρόπο να γλιτώσει απ την αδιαφορία της Ελένης, που το μόνο που έκανε, ήτανε να γράφει. Ναί, όλο έγραφε κι έγραφε, ατέλειωτες ιστορίες, στο ημερολόγιο με τα ρόζ τριανταφυλλάκια, που της είχε κάνει δώρο ο Πάρης, προτού ακόμα η συνήθεια, τους προλάβει.
Έγραφε ολημερίς και ολονυχτίς, ρομαντικές φανταστικές ιστοριούλες, που φυσικά δεν έδειχνε στον Πάρη, αλλά που ο Πάρης είχε διαβάσει κρυφά, κάτι για έναν ιππότη, που έσωζε μια πριγκίπισσα από έναν κακό δράκο και που ο δράκος , είχε το όνομα Πάρης, και που ο Πάρης φυσικά, έφαγε μια φρίκη και τότε ήταν που ξανατσακώθηκε με την Ελένη, κάτι όμως που δεν τους ταρακούνησε και ιδιαίτερα, μιας και οι τσακωμοί πλέον, ήταν κι εκείνοι μέρος της συνήθειας!
Όχι, όμως, ό Πάρης δεν θα τ' αφηνε έτσι. Όχι και κακός δράκος. Το πήρε απόφαση. Θα γινόταν εκείνος ο ιππότης, που θα σωζε την Ελενίτσα του, απ τον κακό δράκο, που δεν ήταν κανένας άλλος, αλλά η καρακάξα θεία Πρόνοια της Ελένης, που σίγουρα αυτή της έβαζε λόγια και είχαν γίνει έτσι κουλουβάχατα. Οχι, ο Πάρης το απόφάσισε. Θα κέρδιζε πίσω την Ελενίτσα του και μάλιστα είχε βρεί και τον τρόπο.Θα έγραφε κι εκείνος. Θ έγραφε ένα όμορφο παραμύθι για την Ελένη! Σίγουρα αυτό θα την συγκινούσε!.
Άρπαξε λοιπόν μια λευκή κόλλα αναφοράς και με τον μπλέ μπίκ, που βρισκόταν πάνω στο γραφείο, ξεκίνησε να γράφει:
“....Η Πριγκίπισσα του Ήλιου, ήταν ερωτευμένη με τον Φεγγαρένιο, κάτι που δεν επιτρεπόταν στο Ουράνιο Βασίλειο!Μα κι άν επιτρεπόταν, πώς ήταν δυνατόν, αυτός ο Έρωτας να ευδοκιμήσει;Αφου και οι 2 ήρωες, προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους!Πώς ήταν δυνατόν να σμίξουν; Υπήρχε βέβαια μια λύση, μα οι συνέπειες των φυλών, θα ήταν πολύ σοβαρές και επικύδνυνες......”
Μα τί στο καλό; Ο Πάρης νευρίασε, με τον εαυτό του. Ήταν δυνατόν, να κέρδιζε την Ελένη του, με αυτές τις μπαρούφες; Ούφ! Σαχλαμάρες!!Εξάλλου ποτέ δεν τα κατάφερνε καλά με το γράψιμο. Τσαλάκωσε το κομμάτι χαρτιού με την άστοχη προσπάθεια του αποτυπωμένη πάνω, και το πέταξε έξω απ τ' ανοιχτό παράθυρο. Ήταν βλέπετε χαρακτηριστικό του Πάρη, να τ' αφήνει όλα μισοτελειωμένα. Αυτό ίσχυε ακόμα και στο κρεβάτι. Βρέ ,μπας και η Ελενίτσα, για υτό να ήταν στραβωμένη μαζί του;Βρέ μπάς και γι αυτό, τον ταύτιζε με τον κακό δράκο;Ε, άμα ήταν έτσι, τότε ο ιππότης ποιός ήταν;Τώρα στράβωσε εκείνος! Πτού γαμώτο! Α, ρε θεία Πρόνοια, σίγουρα εσύ θα βαλες το χεράκι σου. Απ την αρχή δεν τον πήγαινε τον Πάρη, την είχε δεί πώς τον κοιτούσε! Με μισό μάτι.Σίγουρα αυτή ήταν ανακατεμένη και ανακάτεψε και το αθώο μυαλουδάκι της Ελένης του.Άτιμη!! Γκάριξε. Και κατευθήνθηκε πρός το αποχωρητήριον.

Ο νεαρός άντρας, ήταν έτοιμος να παραπονεθεί, αλλα΄πού; Δεν υπήρχε κανείς. Τη θέση του ξαφνιάσματός του, αντικατέστησε η περιέργεια, καθώς άνοιγε το τσαλακωμένο χαρτί που είχε βρεθεί στο κεφάλι του, σαν θεόσταλτο μάννα εξ' ουρανού! Ναί! Θεόσταλτο, διότι την στιγμή που το διάβαζε, κόσμοι αναδύθηκαν εμπρός του, μιας και ο άσημος αυτός συγγραφέας είχε από καιρό χάσει την εμπνευσή του. Βλέπετε όταν το στομάχι γουργουρίζει ανελλιπώς, λίγο δύσκολο να εμπνευστείς! Να όμως που τώρα ήρθε! Και μάλιστα ουρανοκατέβατη, κυριολεκτικώς!
Η Θεία-Πρόνοια, κάτι ήξερε!

Είχαν περάσει 2 χρόνια! Ο Πάρης ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει τον γάμο της Ελένης με εκείνον το νεαρό συγγραφέα, γνωστός πλέον, με το καταπληκτικό του βιβλίο: “ Η Πριγκίπισσα του Ήλιου”.
Η Ελένη ήταν ερωτευμένη ξανά και πετούσε σε πελάγη ευτηχίας!
Ο νεαρός συγγραφέας, ήταν πλούσιος και πιστά θεοσεβούμενος!!
Ο Πάρης πάλι, ήταν μόνος και είχε πάρει μιαν απόφαση!
Απο δώ και στο εξής, ό,τι ξεκινούσε, θα φρόντιζε και να το τελειώνει! Κι αυτό φυσικά, δεν αφορούσε μόνο τις ιστορίες του.