Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011









Η Νεράϊδα της Κρυφής Μεριάς του Φεγγαριού κατέβηκε για λίγο στον Κάτω Τόπο, που εκείνη ονόμαζε Κουκκιδίτσα. Επικρατούσε πλήρης σκοτάδι και δεν ακουγόταν ψυχή. Σκέφτηκε, πως ο Κάτω Τόπος δεν διέφερε και πολύ από τον δικό της. Δεν είχε να της προσφέρει κάτι ιδιαίτερο.Όλα ήταν σιωπηλά και σκοτεινά όπως και στην Κρυφή Μεριά του Τόπου της.

Μα ξάφνου, μια λάμψη διαπέρασε την Ασημένια της Ματιά! Καθώς πλησίασε πρός τα κεί, διέκρινε μια ολάνθιστη, μικρή, αυλίτσα πλυμμηρισμένη από κατάλευκα τριαντάφυλλα. Κάτι τέτοιο δεν υπήρχε στον Τόπο της! Έκανε αμέσως την κίνηση να κόψει ένα απ’ αυτά τα πανέμορφα στολίδια του Κάτω Τόπου, μα η τόση ομορφιά τους, εμπόδισε το χέρι της να ανταπεξέλθει.Ένιωσε ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα.Για τους κατοίκους του Κάτω Τόπου, ονομάζεται Ενοχή.

Η Νεράϊδα, δεν υπάκουσε στην αθέλητη κίνηση του άϋλου άκρου της και με Ιερή Λαχτάρα, έκοψε ένα από τα λευκά τριαντάφυλλα, που διακοσμούσαν την μικρή αυλή. Ήθελε να στολίσει και τον δικό της Κόσμο, με ένα απ’ αυτά, για να λάμπει κι εκείνος, όπως τούτη η αυλίτσα που τα φιλοξενούσε!
Καθώς άφηνε τον Κάτω Τόπο, που εκείνη ονόμαζε Κουκκιδίτσα, τα λευκά πέταλα του λουλουδιού, παρασύρονταν μακριά, γυρνόντας πίσω στον Κόσμο τους!

Η Κρυφή Μεριά του Φεγγαριού θα έμενε πάντοτε σκοτεινή κι έρημη κι Εκείνη, η Νεράϊδα που ονόμαζε τον Κάτω Τόπο, Κουκκιδίτσα, θα κυνηγούσε πάντοτε τα λευκά πέταλα των λουλουδιών του, όπως κυνηγάει κανείς ένα Άπιαστο Όνειρο!