Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Η ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ








...σκέπασε το ωχρό πρόσωπό της, με τα μακριά της μαλλιά Έγειρε δίπλα στην απαλή της κόμη, που απλωνόταν ακόμα και πέρα από εκείνην!Έκλεισε τα κουρασμένα της νιάτα, μέσα σε ένα τελευταίο βλέμμα και άφησε την τελευταία της νότα, που ερχόταν απ' τα βάθη του στέρνου της, να ξεχυθεί ολόγυρα!..

Το Στοιχιό της, την Καλοσώριζε στον Καινούργιο της Κόσμο, καθώς της έπαιρνε τον Πόνο, Μακριά!..
Κι Εκείνη, για πρώτη της φορά, ένιωσε Όμορφη και Ευτηχισμένη!!

Η Χρυσή Άμμος, φώτιζε τον Δρόμο της, που ήταν Στρωμένος από χρωματιστές πετρούλες και με κάθε είδους κοχύλια!!! Θυμήθηκε, πόσο έμοιαζε με εκείνην! Με την Χρυσή Άμμο. Το μόνο πραγματικά, όμορφο πράγμα, που άφηνε πίσω της!

Ναί! Έμοιαζε με εκείνην! Με τη Χρυσή Άμμο, που απλωνόταν απαλά και απέραντα, σαν την απαλή της μακριά κόμη! Έμοιαζε με την Χρυσή Άμμο , που φώτιζε τα πάντα, πέρα και γύρω απο εκείνην!
Όσο σφιχτά κι άν την κρατήσει κανείς, μές την δυνατή του χούφτα, εκείνη πάντοτε θα γλιστρά!
Θα γλιστράει και θα φεύγει!!!

Σαν Στοιχιό, Σαν Αερικό!!!
Κανείς δεν μπορεί να το παγιδεύσει.





Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΙ

-Αγάπη μου, μα επιτέλους γιατι το κάνεις αυτό;
-Ποιό;
-Ε, να αυτό! Όποτε εγώ πάω μπροστά , εσύ πάς πίσω.
-Αγάπη μου κι εσύ το ίδιο κάνεις! Αφού το ξέρεις πως δεν γίνετε διαφορετικά.
-Ναί, το ξέρω! Αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ! Με στενοχωρεί τόσο πολύ, τό ότι κάνουμε διαφορετικά βήματα!
-Το ξέρω αγάπη μου.Και μένα με στενοχωρεί, αλλά τί θές να γίνει! Θές να μην περπατάμε; Να μείνουμε ακίνητοι, για να μαστε μαζί; Μόνο έτσι συναντιόμαστε δίπλα ο ένας στον άλλον και το ξέρεις! Λέγε το θές;

Το άμοιρο αταίριαστο ζευγάρι, μα και το τόσο όμοιο, σκεφτόταν τί έπρεπε να γίνει! Αν συνέχιζαν να περπατούν, δεν θα συναντιόντουσαν ποτέ.Μήπως έπρεπε να σταματήσουν; Μήπως έπρεπε να πάψουν πια να περπατούν;Μήπως έπρεπε επιτέλους να ξεκουραστούν; Όμως ένιωθαν, πως έτσι, απαρνιόντουσαν τη φύση τους, εξάλλου για αυτό είχαν δημιουργηθεί.Για να τα περπατούν.Αλλά ώς πότε!Είχαν φθαρθεί πια τόσο πολύ! Κι όμως δεν είχαν χάσει την ομορφιά τους.Πολύ θα ήθελαν ακόμα να τα περπατούσαν.Αλλά έτσι; Πότε θα σμιγε το ένα με το άλλο; Πότε επιτέλους;

Αχ! Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ευκολα για αυτό το χιλιοφορεμένο, λουστρινέ, κόκκινο ζευγάρι  γόβες!




Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ΜΟΥΝΙ, ΕΤΟΙΜΟ ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ

Ο νεαρός, πέρασε την κεντρική είσοδο του μπάρ, "ΕΔΩ ΤΣΑΜΠΑ ΠΡΑΜΑ" και κάθησε σε ένα απ τα ψηλά σκαμπό.
-Ένα μουνι-σφηνάκι, είπε.
Ο μπάρμαν τον προειδοποίησε πώς το ποτό ήταν βαρύ και η γεύση του, όχι η καλύτερη.
Παρόλα αυτά ο νεαρός, επέμεινε.'Ηθελε να το δοκιμάσει.
-Μπλιάχ! Εκανε, όταν το σφηνάκι-μουνάκι, του 'καψε τον λαιμό!Είχε γέυση γλυκόπικρη και λίγο ξινή μαζί.Δεν τον πολυένοιαξε όμως, εξάλου τσάμπα ήτανε.Συνέχιζε λοιπόν, να πηγαίνει σ εκείνο το μπάρ και να πίνει το ίδιο πάντα σφηνάκι.Σχεδόν, όλες τις ώρες της ημέρας του, της περνούσε εκεί! Είχε όμορφο φωτισμό, καλή μουσική,πρωτότυπη διακόσμηση και μιας και έγινε πιστός θαμώνας,άρχιζαν να του σερβίρουνε το μουνί στο πιάτο.Κ εκείνος το τρωγε, παρότι η γεύση πάντα τον χαλούσε, αλλά βλέπετε...έτοιμο μουνί στο πιάτο! Που να τρέχει τώρα!!Εξάλλου, τ' αλλα μουνιά, της καντίνας, του βρωμούσαν τσικνίλα και είχε ακούσει πώς έπρεπε να πληρώνει κιόλας.
Τέλοσπάντων, για να μην μακρυγορούμε, ο νεαρός την είχε καταβρεί σ εκείνο το μπαράκι, και παρότι το μουνάκι, τον έθρεφε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εκείνου πάντα του ξίνιζε η γεύση, αλλά....η συνήθεια βλέπετε! Ήταν είπαμε και το ντεκόρ, ο φωτισμός...ε!Όλα έπαιξαν κάποιο ρόλο΄κι έτσι συνέχιζε να το τρώει.Το τρωγε ακόμα κι όταν άρχιζε να του χαλάει το πεπτικό,Ήταν και δύσπεπτο μουνι! Αλλά εκείνος φημιζόταν για το γερό του στομάχι.Έτσι το τρωγε, το ξέρναγε, το ξανάτρωγε!! Συνέχιζε να το τρώει, ακόμα κ όταν είχε λήξει.Εκεί κολλήμενος αυτός, στο ίδιο μουνί! Μουνί σερβιρισμένο στο πιάτο!
Κι όμως ένα ευχαριστώ, δεν είπε ποτέ, σ εκείνο το δύσπεπτο, γλυκόπικρο μουνί με τη ξινή την γεύση.
Αφού σε χόρταινε ρε φίλε, γιατί;Κι εξάλλου τη γεύση του την γνώριζες απ την αρχή.Αφού σε χάλαγε τί το τρωγες;Τσάμπα πράμα ήταν, τί περίμενες;Μουνί πολυτελείας;
Αλλά, το βρήκες έτοιμο στο πιατάκι.Δεν ήθελες να κουραστείς γι  αυτό!Βολεύτηκες, το συνήθισες και το τρωγες!Δεν το αγάπησες όμως.Όχι πραγματικά! Όχι το μουνάκι αυτό!Γιατί άν το αγαπούσες, θα φρόντιζες να καλυτερεύσεις τη γεύση του.Ίσως σιγά σιγά, να του έφευγε η πικράδα του και να το γευόσουν καλύτερα!Ομως δεν προσπάθησες αρκετα!Ηθελες μοναχά, να είναι εκεί μπροστά σου, έτοιμο!Σερβιρισμένο!!Με όλα τα κομφόρ από δίπλα.Φυστικάκι, κερασάκια, ομπρελίτσες και τα συναφί.Ε! Τί να κάνουμε τώρα; Το μουνάκι, μας την έκανε!Καιρός ν αρχίζεις να εκτιμάς και τα μουνάκια της καντίνας, που τα ψήνουν στα κάρβουνα,και ίσως η τσίκνα τους να σε βοηθήσει να φέρεσαι με περισσότερο σεβασμό στα μουνάκια! Και να τα τρώς έτσι όπως τους αξίζει! Όχι μεγάλες μπουκιές και λαίμαργα! Αλλά σιγά -σιγά, μικρές μπουκίτσες, να σου γαργαλάνε τον ουρανίσκο και κάθε φορά κι από λίγο!Με λίγα λόγια , ρε αδερφέ, ΜΗΝ ΠΕΦΤΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΣΤΟ ΜΟΥΝΙ!




υ.σ. αφιερωμένο σ ένα ν πρώην φίλο, που τα περιμένει όλα έτοιμα στο πιάτο κι όταν δεν του τα φέρνουν, παυει να μένει φίλος. Ξέρεις τί φταίει ρε μωρό;Θυμάσαι όταν ήσουνα μικρούλης, που σε ρώταγαν: Τί προτιμάς; Το μουνί ή την τυρόπιτα; Ε, τα μπέρδεψες από τότε και νομίζης πώς είναι το ίδιο.Αλλα άλλο  το ένα, άλλο τ' άλλο.Η τυρόπιτα στην τελική, έχει και μια τιμή.Το μουνί είναι άτιμο!
Πολύ άτιμο όμως!Όπως μου χει πεί και μια σοφή γυναίκα.Ούτε πουλιέται, ούτε αγοράζεται.Ασχέτως τί νομίζουμε!  GOOD LUCK!



Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΩΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Είχε παγιδευτεί στη Χώρα του Παγωμένου Χρόνου κι η καρδιά της, ράγισε σαν τη ρωγμή, που χωρίζει την Ευαισθησία απ' τον Ρεαλισμό!Ο Παγωμένος Χρόνος, δεν έχασε ευκαιρία και την τύλιξε με τον γυάλινο μανδύα του, κρατώντας τα βήματά της, γερά δεμένα με το έδαφος, νιώθωντάς τα να χουν βγάλει ρίζες!Κάτι την κρατούσε, σταθερά αποσβωλομένη και συνάμα ένιωθε μιαν ορμή, να την τραβά πρός τα κάτω, ενώ ταυτόχρονα δεν της επέτρεπε, καμμιά ελευθερία κινήσεως.Δεν γινόταν ούτε τον σβέρκο της, να μετακινήσει!Όλος της ο λαιμός είχε μείνει άκαμπτος, όπως και οι λεπτοί της ώμοι.Ακόμη κι η ματιά της, είχε παγώσει.
Τότε κατάλαβε, πως η Χώρα του Παγωμένου Χρόνου, δεν αφήνει περιθώρια!Δεν σου επιτρέπει, εύκολη διαφυγή.Απ' την στιγμή που πέφτεις μές την Παγίδα της, οι επιλογές λιγοστεύουν! Οι δείκτες του μυαλού, σταματούν να δουλεύουν. Οι παλμοί της καρδιάς, χτυπόυν με έναν συγκεκριμένο, μονότονο τρόπο που σε ναρκώνει κι η ρωγμή, που χωρίζει την Ευαισθησία απ' τον Ρεαλισμό, μεγαλώνει!
Ωσότου, η Ευαισθησία, παγώσει κι εκείνη και ο Ρεαλισμός, μετατραπεί σε Συμβιβασμός!Ενώ, οι ρίζες που σε τραβούν απ' τα πόδια, θεριεύουν, σφίγγοντάς τα δυνατότερα, μέχρι η τελευταία ανάσα πόνου, να ηχήσει σιωπηρά!
Ένιωσε ξάφνου, όλη της τη ζωή, να διαδραματίζεται, εκεί ακριβώς στο ίδιο σημείο.Κολλημένη σε έναν συγκεκριμένο, μονότονο χτύπο, ριζωμένη γερά απ' τον Παγωμένο Χρόνο, που την τύλιγε!!
-"Όχι!", προσπάθησε να φωνάξει, μα οι λεπτές, άτονες, νότες της φωνής της, εξαπολύονταν σαν αχνά, παγωμένα βέλη! Προσπάθησε περισσότερο.
-"Όχι, όχι, όχι!!!", συνέχιζε! Και τα παγωμένα βέλη, άρχιζαν να πάιρνουν μορφή και να εκσφεδονίζονται μέσα απ την αχνή της ανάσα, με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα! Ώσπου κάποτε, ένα απ' αυτά, διαπέρασε τον γυάλινο μανδύα τουΠαγωμένου Χρόνου και τότε, ο ήχος της, πήρε την μορφή  τραγουδιού:
-"Όχι!.. Οι δείχτες του μυαλού μου, δε θα πάψουν να δουλεύουν και σαν Ωρολογιακή Βόμβα, τους Παγωμένους Τοίχους σας, θα Σπάσω! Με τα μυτερά, δυνατά βέλη της φωνής μου, οι Χτύποι της Καρδιάς μου, θα χουν Ασύμμετρους Ρυθμούς και θα Ουρλιάζουν!!"

Και ακόμα δυό βέλη, εκσφεδονίστηκαν αστραπιαία...

-"Όχι! Δεν θα σταθώ ασάλευτη, πάνω στις ριζωμένες σας κακομοιριές, να με παγώνουν και την Πνοή την Τελευταία μου θ' αφήσω, σαν Ηλιαχτίδες και Χρυσά Πουλιά, να σας Θαμπώνουν!!"
Κι όσο το τραγούδι της συνεχιζόταν, ο γυάλινος μανδύας, έσπαγε και διέλυε την Αίσθηση του Παγωμένου Χρόνου, από πάνω της και οι ώμοι της μείναν ελεύθεροι και ο λαιμός της, ορθώθηκε!
Το βλέμμα της, έλιωσε τον Πάγο κι η ματιά της, ζωντάνεψε!
Είχε καταφέρει να νικήσει τον Πάγο, συγχωνεύοντας την Ευαισθησία της και τον Ρεαλισμό της, με την Άρνηση.Κι όμως, πολύ καλα γνώριζε, πώς αυτό δεν ήταν το τέλος του Πολέμου, μα μοναχά, μιά ακόμα Μάχη.